ἀλόη

ἀλόη
Grammatical information: f.
Meaning: `bitter aloe, Aloe vera' (Dsc.).
Origin: LW [a loanword which is (probably) not of Pre-Greek origin]
Etymology: As for ἀγάλοχον (q. v.) one supposes an orientalal loanword; Lewy Fremdw. 36.
Page in Frisk: 1,77

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αλόη — αλόη, η και αλόη, η φυτό που τα σαρκώδη φύλλα του έχουν πικρό χυμό, ο οποίος χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀλόη — bitter aloes fem nom/voc sg (attic epic ionic) ἀ̱λόη , ἀλοάω tread imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀλοάω tread pres imperat act 2nd sg (doric) ἀ̱λόη , ἀλοάω tread imperf ind act 3rd sg (epic doric ionic aeolic) ἀλοάω tread pres imperat act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλόῃ — ἀλόη bitter aloes fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλόη — Πολυετές φυτό της οικογένειας των αειλιιδών. Το γένος α. περιλαμβάνει περισσότερα από 175 είδη, ιθαγενή κυρίως των ξερών περιοχών της Αφρικής. Στην Ελλάδα είναι αυτοφυής η α. η γνήσια, καλλιεργούνται όμως και άλλα είδη. Τα είδη της α., μερικά από …   Dictionary of Greek

  • ἀλοῇ — ἀλοάω tread pres subj mp 2nd sg (doric) ἀλοάω tread pres ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἀλοάω tread pres subj act 3rd sg (doric) ἀλοάω tread pres ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀλοάω tread pres subj mp 2nd sg (epic ionic) ἀλοάω tread pres ind mp 2nd …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλοᾶν — ἀλόη bitter aloes fem gen pl (doric aeolic) ἀλοάω tread pres part act masc voc sg (doric aeolic) ἀλοάω tread pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἀλοάω tread pres part act masc nom sg (doric aeolic) ἀλοᾶ̱ν , ἀλοάω tread pres inf act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλοῶν — ἀλόη bitter aloes fem gen pl ἀλοάω tread pres part act masc voc sg ἀλοάω tread pres part act neut nom/voc/acc sg ἀλοάω tread pres part act masc nom sg (attic epic ionic) ἀλοάω tread pres part act masc nom sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλόαις — ἀλόη bitter aloes fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλόην — ἀλόη bitter aloes fem acc sg (attic epic ionic) ἀ̱λόην , ἀλοάω tread imperf ind act 3rd pl (epic doric aeolic) ἀ̱λόην , ἀλοάω tread imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἀλοάω tread imperf ind act 3rd pl (epic doric aeolic) ἀλοάω tread imperf ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλόης — ἀλόη bitter aloes fem gen sg (attic epic ionic) ἀ̱λόης , ἀλοάω tread imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀ̱λόης , ἀλοάω tread imperf ind act 2nd sg (epic doric ionic aeolic) ἀ̱λόης , ἀλοάω tread imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀλοάω tread… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • алой — м., алое ср. р., русск. цслав., ст. слав. алъгоуи ἀλόη, но прилаг. алоинъ уже в Остром.; см. Срезн. I, 17 и сл. Источником старых форм является греч. ἀλόη или народн. *ἀλόγη. Соврем. форма, скорее всего, происходит из какого либо западного языка; …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.